• magazine
  • about
  • blog

Η πραγματικότητα


του Γιάννη Μπαμπούλια

 

 

«Πραγματικότητα είναι αυτό που παραμένει εκεί, ακόμη και αν σταματήσεις να πιστεύεις σε αυτό.» Αυτή ήταν η απάντηση του Philip K. Dick στην ερώτηση «τι είναι πραγματικότητα;».

 

 

 

Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς, αν αυτή είναι μια θεώρηση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα, και ιδιαίτερα στην πολιτική μας.

 

Οι Έλληνες πολιτικοί (βασικά, οι πολιτικοί εν γένει), είναι η επιτομή αυτού που οι Εγγλέζοι ονομάζουνε “attention whore ”. Φωνάζουνε, λαϊκίζουνε, βγαίνουν στα παράθυρα με ύφος χιλίων καρδιναλίων ακόμη και όταν κατηγορούνται για κάτι, εκεί που ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα χαμήλωνε τουλάχιστον λίγο το βλέμμα. Ζητάνε την προσοχή μας, για να ορίσουμε και να επιβεβαιώσουμε την ύπαρξη τους, ως παρατηρητές. Να διαπιστώσουμε εμείς αν ζουν ή αν είναι νεκροί. Μια πρώτη (και λάθος) αντίδραση, είναι να πάμε κόντρα. Να φωνάζουμε τα αντίθετα. Να προσπαθούμε να μιλήσουμε με βάση την κοινή λογική, απέναντι σε ανθρώπους που χρησιμοποιούν τακτικές των αρχαίων σοφιστών (ήταν οι λαϊκιστές της αρχαίας Αθήνας που ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας δεν έχαναν ευκαιρία να μειώσουν). Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Μόλις χτες διάβαζα ένα κόμικς τού Grant Morrison όπου παρουσίαζε σε μια σκηνή το πόσο αδιέξοδο είναι να μπαίνεις σε debate με τέτοιους ανθρώπους. Αυτό όμως που δεν μπορούμε να κάνουμε, είναι να τους αγνοήσουμε εντελώς. Και αυτό που κάναμε, και ήταν το μεγαλύτερο λάθος της προοδευτικής πλευράς της ελληνικής κοινωνίας, ήταν να αφήσουμε να μας κλέψουν και να παραμορφώσουν μια μερίδα του λεξιλογίου μας που μπορεί να απευθυνθεί άμεσα στον μέσο άνθρωπο. Η νεοφιλελεύθερη λογική τού Friedman, λεει ότι σε καιρούς κρίσης, ο σωστός νεο-φιλελεύθερος πρέπει να βρίσκεται εκεί, με προτάσεις έτοιμες, ώστε να επιλεγεί ο δικός του δρόμος για την έξοδο από την κρίση. Αυτό το μάθημα το πήρανε από τον Keynes, δεν τους ήρθε ουρανοκατέβατο. Όταν λοιπόν μιλάνε για «αλλαγή παραδείγματος» και «ρίσκο», τη μία αναφέρονται στην αλλαγή από το (πραγματικό τερατούργημα στην Ελλάδα) του «κρατικοδίαιτου» συστήματος σε νεοφιλελεύθερο (με παράδειγμα ποίο σύστημα, που λειτούργησε αυτό;) και αφήνουν επιμελώς απ’ έξω ότι μια ψευτοαπελευθέρωση της αγοράς, και η εισαγωγή μας ουσιαστικά στον κορπορατισμό που διαλύει τις ΗΠΑ, δεν είναι η μόνη διέξοδος. Αλλά φταίμε γιατί τους αφήσαμε να ορίσουν το παράδειγμα, παραδίδοντας άνευ όρων τη λέξη. Το «ρίσκο» τους συμπίπτει με την επιχειρηματικότητα, το δικό μου με την άρθρωση δημόσιου λόγου και τη συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο. Όχι με τη θρασυδειλία και την passive-aggressive διάθεση που χαρακτηρίζει τους Έλληνες που δε μάθανε από τις οικογένειες τους να δέχονται ούτε το ρίσκο αλλά ούτε και να παρεκκλίνουν από τις γραμμές που θεωρούν ασφαλείς. Το ρίσκο να πεις κάτι που θα ακουστεί δυσάρεστο, αλλά εσύ μέσα στη λογική σου κρίνεις απαραίτητο. Αν έχεις σκοπό να χαϊδέψεις αυτιά, έπεσες στην κατηγορία που περιέγραφα πριν, σπαταλάς σάλιο.

 

Αν λοιπόν θέλω να πω κάτι με όλα αυτά, και πριν κατεβάσουμε τον διακόπτη, είναι αυτό: Πάρτε πίσω τις λέξεις μας. Ρισκάρετε να γίνετε δυσάρεστοι αν είναι να επηρεάσετε το παράδειγμα που θα επικρατήσει. Και αφού καταφέρετε να έχετε τον δημόσιο λόγο που θα θεωρήσετε ότι σας καλύπτει, μην ανοίξετε το κουτί τού Schrödinger. Αφήστε τους σοφιστές μας να παραμένουν σε αυτή τη νεκρο-ζώντανη κατάσταση που τους αρμόζει, χαμένοι μέσα στο κενό μεταξύ του κόσμου που μας τάισαν με το ζόρι, και του κόσμου που θέλουμε. Αφοπλισμένοι, θα πέσουν από μόνοι τους στη λήθη, θα ξεχαστούν. Ίσως διαπιστώσουμε μετά ότι δεν υπήρξαν ποτέ. Ίσως σβήσουν από την πραγματικότητα αυτή. Άλλωστε, το παράδοξο του Schrödinger, ο ίδιος το είχε χαρακτηρίσει ανέκδοτο. Εννοείται πως η γάτα είναι νεκρή.